Dette emne indeholder 0 svar, har 1 stemme og blev senest opdateret af klarikafoolish 1 måned, 3 uger siden.
Κάθομαι και το γράφω δύο μήνες μετά, και ακόμα δεν το πιστεύω. Θα σας πω την ιστορία όπως ακριβώς έγινε, χωρίς να ωραιοποιώ τίποτα. Χωρίς να παριστάνω τον ήρωα.
Ήμουν άνεργος τρεις μήνες. Τρεις ολόκληρους μήνες. Είχα κάψει την οικονομία μου, είχα δανειστεί από τη μάνα μου δύο φορές (πράγμα που με σκότωνε ψυχικά), και καθόμουν σε ένα υπόγειο στα Πατήσια που μύριζε υγρασία και παλιά ρούχα. Το χειρότερο; Είχα υποσχεθεί στην Ελένη, την κοπέλα μου, ότι θα βρω δουλειά μέχρι τον Σεπτέμβρη. Ο Σεπτέμβρης είχε έρθει, είχε φύγει, είχε γυρίσει και με κορόιδευε.
Εκείνο το βράδυ, είχα μείνει με 13 ευρώ και 50 λεπτά στην τσέπη. Ναι, τα θυμάμαι ακριβώς. Τα μέτρησα τρεις φορές μήπως και είχα κάνει λάθος. Δεν είχα. Καθόμουν στο κρεβάτι, με ένα κινητό που η μπαταρία του τελείωνε σε μία ώρα, και ένιωθα τον τοίχο να με πιέζει. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Εκείνες οι ώρες έχουν μια αίσθηση βάρους. Δεν κοιμάσαι, δεν ξυπνάς. Απλά υπάρχεις.
Κάποια στιγμή, από καθαρή απελπισία, άνοιξα ένα παλιό μήνυμα που είχα στείλει σε έναν φίλο πριν από έναν χρόνο. Μου έλεγε: «Δοκίμασε εδώ, μπορεί να γίνει η τύχη σου». Του είχα απαντήσει τότε: «Άσε τις μαλακίες, δεν πιστεύω σε αυτά». Εκείνο το βράδυ, όμως, ήμουν διατεθειμένος να πιστέψω και στο Αγιο Πνεύμα αν χρειαζόταν. Πάτησα το λινκ.
Μπήκα στο vavada casino χωρίς καμία προσδοκία. Η σελίδα φόρτωσε γρήγορα. Είχε πορτοκαλί φωτάκια και μια μουσική υπόκρουση που θύμιζε λόμπι ξενοδοχείου. Δεν με ενδιέφερε κανένα φρουτάκι. Δεν με ενδιέφεφαν τα χρώματα. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν: «Με 13 ευρώ, τι μπορώ να κάνω;». Το ήξερα. Τίποτα.
Αλλά είχα ακούσει για τα τραπέζια. Τα live. Εκεί που βλέπεις τον ντίλερ αληθινό, να ανακατεύει τις κάρτες μπροστά σου. Υπάρχει κάτι τρομερά ανθρώπινο σε αυτό. Δεν είναι μηχάνημα που σε κλέβει. Είναι ένας άνθρωπος, απέναντί σου, που ρίχνει την μπάλα στη ρουλέτα. Επέλεξα ρουλέτα. Είναι το μόνο που ξέρω από τις ταινίες.
Έβαλα 10 ευρώ. Άφησα 3,50 για κανένα τυρόπιτα την επόμενη μέρα, μην πεθάνω. Η πίστα άνοιξε μπροστά μου. Ο ντίλερ, ένας μελαχρινός με γυαλιά, χαμογέλασε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνο το χαμόγελο με ηρέμησε. Σαν να μου ‘λεγε «οκ φίλε, εδώ είσαι ασφαλής, κανείς δεν θα σε κρίνει».
Στο πρώτο πονταριστικό, έχασα. 10 ευρώ, πάνε. Αμέσως. Λιγότερο από 20 δευτερόλεπτα. Κοίταξα το υπόλοιπό μου: 3,50. Έκλεισα το κινητό. Το άνοιξα ξανά. Δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω. Να κλάψω; Να γελάσω; Να το σπάσω στον τοίχο; Αντίθετα, έβαλα και τα τελευταία 3,50. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Κυριολεκτικά. Τίποτα.
Πάτησα το 50-50. Αυτό το τετράγωνο. Κόκκινο ή μαύρο. Απλό. Δεν υπάρχει πιο ανόητο στοίχημα. Κανένα σύστημα, καμιά λογική. Απλά μια ευχή. Διάλεξα μαύρο. Η μπάλα γύρισε. Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε. Και σταμάτησε. Μαύρο 17. Διπλασιάστηκα. Είχα 7 ευρώ.
Δεν το σκέφτηκα. Ξαναπάτησα μαύρο. Η μπάλα γύρισε πάλι. Αυτή τη φορά ήταν πιο αργή. Σαν να βαριόταν κι εκείνη. Σταμάτησε στο 22. Μαύρο. 14 ευρώ. Τα αρχικά μου πίσω. Αλλά δεν είχα σκοπό να σταματήσω. Όχι πια. Κάτι είχε αλλάξει. Δεν φοβόμουν. Πάτησα κόκκινο. 14 έγιναν 28. Πάτησα ξανά κόκκινο. 56 ευρώ. Μέσα σε τρία λεπτά.
Το σώμα μου άρχισε να τρέμει. Όχι από φόβο. Από ένα ρεύμα που δεν είχα νιώσει ποτέ. Σηκώθηκα, περπάτησα δυο βήματα, κάθισα πάλι. «Συγκεντρώσου, ρε», είπα. Δεν άκουγα τη μουσική του δωματίου. Δεν άκουγα τίποτα. Μόνο την καρδιά μου.
Αντί να συνεχίσω στο 50-50, έκανα μια τρέλα. Πόνταρα 40 ευρώ στον αριθμό 8. Τον τυχερό αριθμό της μητέρας μου, που είχε πεθάνει πριν χρόνια και που τόσο είχα ντραπεί να ζητήσω λεφτά. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ίσως ήθελα να τιμωρήσω τον εαυτό μου. Ίσως ήθελα να τελειώνω.
Η μπάλα γύρισε. Τέσσερις γύρους. Πέντε. Έπεσε.
Δεν έπεσε στο 8. Έπεσε στο 8. Αλήθεια. Σταμάτησε πάνω του σαν να το περίμενε. 40 ευρώ επί 35. 1.400 ευρώ. Μέσα σε πέντε λεπτά, από την απόγνωση σε ένα ποσό που άλλαζε την εβδομάδα μου. Δεν ούρλιαξα. Δεν χτύπησα παλαμάκια. Απλά κάθισα στο πάτωμα. Έβαλα το κεφάλι μου στα γόνατα. Και ανασήκωσα τα φρύδια σαν να είχα δει φάντασμα.
Δεν έχασα χρόνο. Δεν είπα «ας πάω για τα 2.000». Δεν υπήρχε περίπτωση. Το μόνο που ήθελα ήταν να τα δω στον τραπεζικό μου. Πάτησα εξαργύρωση. Αμέσως. Χωρίς να το σκεφτώ. Χωρίς να δω άλλη κάρτα, άλλη μπάλα, άλλο χρώμα. Τέλος. Blackjack. Φεύγω.
Τα χρήματα μπήκαν μετά από λίγες ώρες. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κοίταγα το ταβάνι και σκεφτόμουν πόσο γρήγορα μπορεί να γυρίσει η ζωή. Όχι από καλή σε κακή. Από απελπισία σε ελπίδα. Μέσα σε πέντε λεπτά.
Με τα 1.400 ευρώ, πλήρωσα δύο δόσεις από το ΙΚΑ που με κυνηγούσαν, αγόρασα τρόφιμα για δύο εβδομάδες και πήρα καινούργια παπούτσια για την Ελένη. Όχι ακριβά. Αλλά δικά μου. Δικά μου λεφτά. Χωρίς να τα ζητιανέψω. Την επόμενη κιόλας εβδομάδα, βρήκα δουλειά. Δεν ξέρω αν βοήθησε η ψυχολογία. Ξέρω ότι εκείνο το βράδυ στο vavada casino, δεν κέρδισα απλά λεφτά. Κέρδισα την πίστη ότι δεν είχα τελειώσει ακόμα.
Δεν παίζω πια. Ούτε μία φορά. Μου έφτασε. Αλλά αν κάποιος μου πει ότι η τύχη δεν υπάρχει, θα τον κοιτάξω στα μάτια και θα του πω: «Κάτσε να σου πω μια ιστορία. Μια Τετάρτη, σε ένα υπόγειο στα Πατήσια, με 3,50 ευρώ και μία μπάλα…»
Du skal være logget ind for at svare på dette indlæg.